Σημαντικές

Κακή αρχή για τη νέα ευρωπαϊκή πενταετία

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΥΡΤΣΟΘ

Η μάχη για τις κορυφαίες θέσεις στους ευρωπαϊκούς θεσμούς γίνεται με έναν τρόπο που υπονομεύει την κοινή ευρωπαϊκή προσπάθεια.

Το ξεκίνημα της νέας ευρωπαϊκής πενταετίας αποδεικνύεται ιδιαίτερα προβληματικό σε ό,τι αφορά την πολιτική συνεννόηση των πρωταγωνιστών σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής θέση της Ε.Ε. αμφισβητείται.

Με τον Μπόρις Τζόνσον να μπαίνει στην τελική ευθεία της ηγεσίας του Συντηρητικού Κόμματος και της πρωθυπουργίας του Ηνωμένου Βασιλείου, η διαδικασία του Brexit θα επιταχυνθεί, ακόμη κι αν είναι το λεγόμενο σκληρό Brexit, με μεγάλο οικονομικό και κοινωνικό κόστος για το Ηνωμένο Βασίλειο.

Με το Brexit αποδυναμώνεται η Ε.Ε., ιδιαίτερα σε σχέση με τις ΗΠΑ, την Κίνα και την Ινδία. Μένει πολύ πίσω σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με την ψηφιακή οικονομία, τα μεγέθη της οικονομίας, τις αμυντικές-στρατιωτικές δυνατότητες, ακόμη και το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Αντί το Brexit να είναι το ξεκίνημα μιας περιόδου αποτελεσματικότερης ευρωπαϊκής συνεργασίας, όλα δείχνουν ότι και η μετά το Brexit περίοδος της Ε.Ε. θα έχει μία από τα ίδια.

Η σύγκρουση Μακρόν-Μέρκελ

Ο Πρόεδρος της Γαλλίας κ. Μακρόν απορρίπτει με κατηγορηματικό τρόπο την υποψηφιότητα του κ. Βέμπερ για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Θεωρητικά ο κ. Βέμπερ έχει συγκριτικό πλεονέκτημα στη διεκδίκηση της σημαντικής θέσης, εφόσον είναι ο επικεφαλής υποψήφιος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, το οποίο ήρθε πρώτο, παρά τις απώλειες που είχε, στις ευρωεκλογές.

Στην πράξη, όμως, τα εμπόδια στην υποψηφιότητα Βέμπερ μοιάζουν ανυπέρβλητα. Οι περισσότεροι από τους Ευρωπαίους ηγέτες απορρίπτουν την υποψηφιότητά του, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους. Για παράδειγμα, ο πρωθυπουργός κ. Τσίπρας είπε όχι στην υποψηφιότητα Βέμπερ στη σύνοδο κορυφής των Βρυξελλών με το σκεπτικό ότι είναι αντιδραστικός. Όχι είπαν και οι πρωθυπουργοί της Πολωνίας και της Ουγγαρίας, επειδή ο Βέμπερ κατήγγειλε ορισμένες από τις πρακτικές τους και τον θεωρούν γι’ αυτό υπερβολικά προοδευτικό.

Όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, η διαμάχη για τον Βέμπερ απέκτησε μια εσωτερική πολιτική διάσταση που κάνει πιο δύσκολο τον αναγκαίο συμβιβασμό.

Ο Πρόεδρος της Γαλλίας κ. Μακρόν λέει όχι στην υποψηφιότητα Βέμπερ για να περάσει το μήνυμα στη Γαλλία ότι η Μέρκελ δεν είναι το απόλυτο αφεντικό της Ε.Ε. και να ελέγξει με αυτόν τον τρόπο την άνοδο της κ. Λεπέν και του Εθνικού Συναγερμού, που ήρθαν πρώτοι στις ευρωεκλογές, αφήνοντας στη δεύτερη θέση το «προεδρικό» κόμμα του κ. Μακρόν.

Από την πλευρά της, η κ. Μέρκελ δεν μπορεί να εγκαταλείψει την υποψηφιότητα Βέμπερ χωρίς να εμφανιστεί στη Γερμανία σαν μια αδύναμη καγκελάριος που υποκλίνεται στον Μακρόν σε μια περίοδο κατά την οποία ο κυβερνητικός συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών κινδυνεύει από την υποχώρηση των ποσοστών των Χριστιανοδημοκρατών και την κατάρρευση των ποσοστών των Σοσιαλδημοκρατών.

Η «πράσινη» διάσταση

Κι ενώ οι εσωτερικές πολιτικές ανάγκες του Μακρόν και της Μέρκελ κάνουν πιο δύσκολη τη μεταξύ τους συνεννόηση, έρχεται η ενίσχυση των Πρασίνων να περιπλέξει τους πολιτικούς και κυρίως τους οικονομικούς υπολογισμούς.

Οι Πράσινοι αναδείχθηκαν δεύτερο κόμμα στη Γερμανία και τρίτο κόμμα στη Γαλλία με βάση τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών. Η μεγάλη ενίσχυσή τους στη Γερμανία, η οποία φαίνεται να συνεχίζεται, γιατί στις τελευταίες δημοσκοπήσεις εμφανίζονται λίγο πάνω, λίγο κάτω από τους Χριστιανοδημοκράτες της κ. Μέρκελ, επιβάλλει αλλαγή στρατηγικής στην καγκελάριο σε εθνικό αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η κ. Μέρκελ προσπαθεί να εμφανιστεί ως η «πράσινη» καγκελάριος, για να ανακόψει την άνοδο των Πρασίνων. Το ίδιο είχε κάνει με επιτυχία μετά την καταστροφή στη Φουκουσίμα, αλλά τότε οι πολιτικές δυνατότητες των Πρασίνων ήταν σχετικά περιορισμένες και το θέμα ήταν η ταχύτερη εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας για λόγους ασφαλείας, ενώ σήμερα έχουμε να κάνουμε με μια πολύ πιο σύνθετη υπόθεση, την αποτροπή της κλιματικής αλλαγής με συνδυασμένες και σε τελική ανάλυση οριζόντιες πολιτικές.

Η κ. Μέρκελ πήρε την πρωτοβουλία για πολύ αυστηρές δεσμεύσεις στη μείωση μέχρι εξαφάνισης των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου σε επίπεδο Ε.Ε., στην οποία αντιστάθηκαν αποτελεσματικά κυρίως ανατολικές χώρες, με πρώτη απ’ όλες την Πολωνία, η οποία εξακολουθεί να έχει μεγάλη εξάρτηση από τον άνθρακα.

Η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, γιατί είναι ανοιχτή σε πολλά ζητήματα που έχουν σχέση με τη ρύπανση του περιβάλλοντος και τα αέρια του θερμοκηπίου, ενώ δεν έχει τις διοικητικές και οικονομικές δυνατότητες για την άμεση εφαρμογή μιας προωθημένης «πράσινης» προοπτικής.

Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η ΔΕΗ αναμένεται να επιβαρυνθεί με 500 εκατ. ευρώ το 2019 για τα δικαιώματα ρύπων κι έτσι να επιταχυνθεί η πορεία της προς την οικονομική κατάρρευση.

Τα ταξί κυκλοφορούν στην Αθήνα με κινητήρες ντίζελ που μπορεί να έχουν χρονική διάρκεια –με βάση ψηφοθηρική ρύθμιση Τσίπρα-Σπίρτζη– μέχρι και εικοσαετία, συμβάλλοντας έτσι στην αύξηση της θνησιμότητας και στα προβλήματα υγείας των κατοίκων του λεκανοπεδίου.

Τα «πράσινα» ανοίγματα της κ. Μέρκελ έχουν στόχο την ενίσχυση των Χριστιανοδημοκρατών έναντι των Πρασίνων στη Γερμανία. Οι Πράσινοι λεηλάτησαν στις ευρωεκλογές το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και άρχισαν να έχουν κέρδη και στον κεντροδεξιό χώρο.

Η καλύτερη συνεννόηση των Χριστιανοδημοκρατών και του ΕΛΚ με τους Πράσινους σε ευρωπαϊκό επίπεδο μπορεί να τους δώσει μεγαλύτερες δυνατότητες διαπραγμάτευσης έναντι των Σοσιαλιστών και των Φιλελευθέρων, που απορρίπτουν μαζί την υποψηφιότητα Βέμπερ.

Παιχνίδι για τέσσερις

Το βασικό συμπέρασμα από τη σύνοδο κορυφής των Βρυξελλών είναι ότι αυτή την πενταετία θα έχουμε ένα πιο σύνθετο ευρωπαϊκό παιχνίδι για τέσσερις. Από το ισχυρό δίδυμο ΕΛΚ-Σοσιαλιστών, στο οποίο το ΕΛΚ είχε κυρίαρχη θέση, περνάμε σε μια τετράδα φιλοευρωπαϊκών πολιτικών ομάδων: το ΕΛΚ, τους Σοσιαλιστές, τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους, που διεκδικούν περίπου σε ισότιμη βάση τις σημαντικότερες θέσεις στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ενώ επιχειρούν μια πολιτική συνεννόηση που είναι εξαιρετικά δύσκολο να φέρει θετικό οικονομικό αποτέλεσμα.

Με το Brexit περιορίζεται κι άλλο το ειδικό οικονομικό βάρος της Ε.Ε. στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα και οι διαφαινόμενοι «πράσινοι» περιορισμοί στην οικονομική πολιτική της θα ενισχύσουν τους ανταγωνιστές της –ΗΠΑ, Κίνα, Ινδία–, που έχουν και τη μεγαλύτερη ευθύνη για τα αέρια του θερμοκηπίου και την κλιματική αλλαγή που συνδέεται με αυτά. Το θέμα της υποψηφιότητας Βέμπερ και το ποιοι τελικά θα ελέγξουν, εκτός από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, τις εξωτερικές σχέσεις της Ε.Ε., την προεδρία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και την προεδρία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα επιχειρηθεί να αντιμετωπιστούν σε έκτακτο συμβούλιο κορυφής λίγο πριν από την έναρξη των εργασιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 2 Ιουλίου στο Στρασβούργο, οπότε θα πρέπει να αναδειχθεί και ο νέος πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Όλα δείχνουν ότι την επόμενη πενταετία θα μοιραστούν την προεδρία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου οι Φιλελεύθεροι μέσω του κ. Φερχόφσταντ και οι Πράσινοι μέσω της κ. Σκα Κέλερ. Και οι δύο είναι δυναμικοί υποστηρικτές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, με τον πρώτο να έχει την τάση να χάνει την αίσθηση του πολιτικού μέτρου και τη δεύτερη να είναι επιρρεπής στον οικολογικό δογματισμό.

Το χειρότερο που μπορεί να συμβεί για την οικονομική πολιτική της επόμενης ελληνικής κυβέρνησης είναι να εγκαταλειφθεί η υποψηφιότητα Βέμπερ για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και να δοθεί στη Γερμανία σαν αντιστάθμισμα η προεδρία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μέσω του προέδρου της Bundesbank κ. Βάισμαν. Ο τελευταίος θεωρείται νομισματικό «γεράκι» και έχει πει όχι σε όλες τις πρωτοβουλίες Ντράγκι που έριξαν σε ιστορικά χαμηλά τα επιτόκια δανεισμού στην Ευρωζώνη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΗΓΗ: freesunday.gr

Tags

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button
Close