UncategorizedΣημαντικές

Τα απομεινάρια δύο ημερών

ΤΟΥ Γ. ΜΑΛΟΥΧΟΥ

Με την τουρκική επιθετικότητα να κλιμακώνεται διαρκώς, έχουμε τρία νέα δεδομένα μετά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Το πρώτο αφορά στις συνομιλίες Μητσοτάκη και Ερντογάν. Το δεύτερο, στη στάση του Πρωθυπουργού έναντι του προέδρου της Γαλλίας Μακρόν. Και το τρίτο, συναφές με το προηγούμενο, στη διαμόρφωση των δύο «στρατοπέδων» στο διεθνές περιβάλλον έπειτα από τη συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης για την ΑΟΖ.

Η κυβέρνηση δηλώνει διαρκώς ότι η ουσία της συνομιλίας μεταξύ των δύο συνοψίζεται στη φράση «συμφωνήσαμε ότι διαφωνούμε». Αυτό αφορά πρωτίστως το οξύ ζήτημα της ΑΟΖ όσο και άλλα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Εν πρώτοις ακούγεται «καλά». Ομως τι πραγματικά σημαίνει αυτή η φράση; Τι σημαίνει «διαφωνούμε»; Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τίποτα στο οποίο να διαφωνούμε εμείς με την Τουρκία.

Η Τουρκία είναι εκείνη που διαφωνεί, αλλά όχι με την Ελλάδα. Διαφωνεί με το διεθνές γραπτό και εθιμικό δίκαιο, διαφωνεί με την εθνική ακεραιότητα της Ελλάδας, άρα και με τον καταστατικό χάρτη του ΟΗΕ και με πολλά άλλα δεσμευτικά κείμενα, διαφωνεί με το Δίκαιο της Θάλασσας, με τη λογική, ακόμα και με τη… γεωγραφία. Οχι όμως με την Ελλάδα. Δεν τίθεται εδώ ζήτημα διαφωνίας. Τίθεται ζήτημα οξυμένης παράνομης επιθετικότητας. Δεν διαφωνείς με κάποιον που ρίχνει μπετά στο οικόπεδό σου. Είναι παράνομος. Γιατί όταν πεις ότι διαφωνείς, έχεις κάνει αμέσως το πρώτο βήμα για να «συμφωνήσεις». Και αυτό είναι το αληθινό εξαγόμενο της συνάντησης: ότι η Ελλάδα αποδέχθηκε ότι όλα αυτά είναι αντικείμενα διαφωνίας ή, σε κάποια άλλη μορφή, συμφωνίας. Αρα, είναι αντικείμενα διαπραγμάτευσης. Δεν είναι. Δεν υπάρχει διαφωνία. Υπάρχει κατάφωρη έννομη προσβολή. Ομως στη συνάντηση δεν υπήρξε «απορρίπτουμε». Υπήρξε «διαφωνούμε». Η επίμονη επίκληση «διαφωνίας» δείχνει ξεκάθαρα προς μία και μόνη κατεύθυνση: ότι βαδίζουμε προς κυριαρχική διαπραγμάτευση με την Τουρκία.

Στο δεύτερο σημείο: Ο γάλλος πρόεδρος ήταν ο μοναδικός ηγέτης που καταδίκασε ρητά την τουρκική συμφωνία με τη Λιβύη για την ΑΟΖ και στήριξε κατηγορηματικά την Ελλάδα. Χωρίς περιστροφές. Δεν απαιτείται συνεπώς ευφυΐα για να αντιληφθεί κανείς ότι η κριτική Μητσοτάκη στον Μακρόν στη συνέντευξη του πρώτου στους «Financial Times» ήταν σοβαρή αστοχία. H Γαλλία είναι η κύρια σύμμαχος της Ελλάδας σε πολύ μια κρίσιμη στιγμή. Ο Πρωθυπουργός επέλεξε να εγκαλέσει τον Μακρόν τόσο για τη φράση του «εγκεφαλικός θάνατος του ΝΑΤΟ», όσο, κυρίως, για την άρνησή του στην έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων Βόρειας Μακεδονίας και Αλβανίας στην ΕΕ. Γιατί έπρεπε να το κάνει έναντι του μόνου ξεκάθαρου συμμάχου της Ελλάδας; Τι νόημα είχε; Εκείνος ξέρει.

Στο τρίτο σημείο: Η Γερμανία, με τις θέσεις της οποίας ταυτίστηκε πλήρως ο Πρωθυπουργός στην προαναφερθείσα συνέντευξή του, κράτησε απολύτως ίσες αποστάσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Παραμένει ουδέτερη. Και αυτό πρακτικά λειτουργεί υπέρ της Τουρκίας.

Η ΕΕ στο σύνολό της τοποθετήθηκε μεν, αλλά με περίπου μηδενική πιθανότητα αυτό να σημαίνει κάτι ουσιώδες. Οι ΗΠΑ καταδίκασαν σε επίπεδο State Department, αλλά τα μηνύματα από τον πρόεδρο Τραμπ δεν έχουν ακόμα γίνει πλήρως γνωστά και, ως εκ τούτου, η αμερικανική στάση δεν μπορεί να αποκωδικοποιηθεί πλήρως. Η Ρωσία έχει ενοχληθεί επίσης και το έδειξε καθαρά, στο πλαίσιο της συνεργασίας που έχει με την Αγκυρα. Η Αίγυπτος δεν μάσησε τα λόγια της. Πολύ περισσότερο δεν τα μάσησε το Ισραήλ, ο άλλος, πέραν της Γαλλίας, καθοριστικής σημασίας σύμμαχος της Ελλάδας.

Εκεί βρισκόμαστε σήμερα, όσο εμείς «διαφωνούμε» με την Αγκυρα, ενώ εκείνη «υπενθυμίζει» ότι μας πέταξε στο Αιγαίο. Μετά τα διπλωματικά η Τουρκία προαναγγέλλει και στρατιωτικά τετελεσμένα. Και εμείς φοβισμένοι απλώς κοροϊδευόμαστε.

 

 

 

 

in.gr

Tags

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button
Close