Σημαντικές

Ηλεκτρονικές συναλλαγές ή φοροπαγίδα ;

Του Μελέτη Ρεντούμη - οικονομολόγου τραπεζικού

Η κυβέρνηση στα πλαίσια της νέας οικονομικής πολιτικής που έχει χαράξει, κάνει ομολογουμένως μία σημαντική προσπάθεια στην κατεύθυνση μείωσης της φορολογίας και ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας, μέσω της μείωσης φορολογικών συντελεστών, τόσο για νοικοκυριά όσο και για τις επιχειρήσεις.

Η είδηση και μόνο για μείωση του ΕΝΦΙΑ σχεδόν κατά 30%, καθώς και η σταδιακή μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης, είναι δεδομένο ότι δημιούργησαν αισιοδοξία στην μεσαία τάξη, όσον αφορά την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος.

Προσπαθώντας όμως η κυβέρνηση να δημιουργήσει δημοσιονομικά αντίβαρα ώστε να μην αυξήσει το δημοσιονομικό έλλειμμα, έχει σαν στόχο να δώσει κίνητρο για αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, καθώς και την διεύρυνση της χρήσης του πλαστικού χρήματος, απαιτώντας το 30% του φορολογητέου εισοδήματος να έχει δαπανηθεί ηλεκτρονικά ή με χρήση κάρτας.

Αν και το μέτρο είναι σαφώς στην σωστή κατεύθυνση για την πάταξη της φοροδιαφυγής, δεν είναι βέβαιο για το ποια θα είναι η αποτελεσματικότητά του στο επόμενο έτος που θα κληθούν όλοι οι φορολογούμενοι να πληρώσουν επιπρόσθετο φόρο 22% επί της διαφοράς των δαπανών, που τελικά δεν κατανάλωσαν με βάση το όριο του 30% που έχει τεθεί.

Αν σκεφθεί κανείς ότι ένα μέσο εισόδημα φθάνει περίπου τις 20.000 ευρώ, τότε αν υποθέσουμε ότι ανά μέσο όρο τα νοικοκυριά φθάνουν στο 70-80% του ετήσιου στόχου μέχρι και το ανώτατο όριο των 20.000 € δαπανών για εισοδήματα μέχρι 66.667 €, τότε θα υπάρχει πιθανότατα για κάθε νοικοκυριό, μία φορολογική επιβάρυνση από 200 ως 1.000 €, γεγονός που δεν είναι βέβαιο ότι αντισταθμίζεται από την αντίστοιχη μείωση του ΕΝΦΙΑ και των φορολογικών συντελεστών που ανακοινώθηκαν.

Είναι προφανές, ότι η κυβέρνηση παίζει ένα σημαντικό στοίχημα με το σύστημα φορολόγησης των αδιάθετων εξόδων, καθώς αναμένει σημαντική ανάκαμψη στον ιδιωτικό τομέα, όσο η χώρα απομακρύνεται από τους σκληρούς δημοσιονομικούς στόχους που της είχαν επιβληθεί στο παρελθόν.

Παρόλα αυτά, αν η Ελλάδα δεν αλλάξει το παραγωγικό της μοντέλο, ενισχύοντας τις βιώσιμες επενδύσεις, την εξωστρέφεια και την καινοτομία, τότε είναι πολύ πιθανό, η πρόσκαιρη αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, να μην μετατραπεί σε επένδυση πάγιου εξοπλισμού και να μην δώσει τα προσδοκώμενα οφέλη μεσοπρόθεσμα στα φορολογικά έσοδα.

Η κυβέρνηση επιλέγει στην παρούσα φάση, να ελαφρύνει την μεσαία τάξη αφαιρώντας σταθερά φορολογικά έσοδα για τον προϋπολογισμό και αντικαθιστώντας τα με μεταβλητά, όσον αφορά στην φορολόγηση των δαπανών που δεν καλύφθηκαν για την δημιουργία του αφορολόγητου ορίου.

Από τα παραπάνω συνάγουμε, ότι αν η οικονομία δεν ανακάμψει τάχιστα, επηρεαζόμενη και από τις όποιες διεθνείς εξελίξεις, ενδέχεται να αυξηθούν τα ληξιπρόθεσμα χρέη από του χρόνου λόγω της μη κάλυψης του αφορολόγητου, αλλά και να μειωθεί η διαθέσιμη συνολική αποταμίευση, η οποία είναι απαραίτητη για την χρηματοδότηση των επενδύσεων.

Συμπερασματικά θα λέγαμε, πως τα σενάρια είναι σίγουρα πολλά και η κυβέρνηση δεν πρέπει να εφησυχάσει με το πρόσχημα μόνο της αύξησης των ηλεκτρονικών συναλλαγών για την επίτευξη της ανάπτυξης.

 

 

 

 

 

 

in.gr

Tags

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button
Close