Cinema - Σειρές - TVCinema -σειρές TV

TAINIA : Babyteeth

Babyteeth

Babyteeth

 

Babyteeth

 

Το γλυκόπικρο σκηνοθετικό ντεμπούτο από την Αυστραλία που έχτισε καλό όνομα φεστιβαλικά αρχής γενομένης από τη Βενετία, μας μεταφέρει στον μικρόκοσμο μιας δεκαπεντάχρονης η οποία βρίσκεται ταυτόχρονα αντιμέτωπη με τη σοβαρή ασθένεια που την ταλαιπωρεί και τον πρώτο της έρωτα.

Από τον Νεκτάριο Σάκκα

Η σοβαρά άρρωστη Μίλλα ερωτεύεται τον Μόζες (Τόμπι Ουάλας), ένα βαποράκι λίγα χρόνια μεγαλύτερό της. Η μητέρα της, Άννα, είναι σφόδρα αρνητική στο ειδύλλιο ενώ και ο ψυχίατρος πατέρας της, Χένρι, παρότι πιο ψύχραιμος επίσης δε βλέπει με καλό μάτι την παρουσία του παράτολμου πιτσιρικά στη ζωή της δεκαπεντάχρονης κόρης του. Όμως υπό τις υπάρχουσες συνθήκες το εφέ που έχει στη Μίλλα αυτός ο έρωτας είναι τέτοιο που ανοίγει υποχρεωτικά σε όλους μια διαφορετική οπτική στα πράγματα.

Το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Σάνον Μέρφι από την Αυστραλία έχτισε γρήγορα όνομα στο φεστιβαλικό κύκλωμα, αρχής γενομένης από την Βενετία. Και δικαίως, αφού εντοπίζει μια καλή ισορροπία ανάμεσα στην ελαφρότητα και την αμεσότητα πάνω σε ένα δύσκολο θέμα, καταφέρνοντας να βρει κινηματογραφικότητα μέσα από το θεατρικό της Ρίτα Καλνεζέ που η ίδια η συγγραφέας προσαρμόζει εδώ. Το άκουσμα της υπόθεσης μπορεί να φέρει στο νου ανάλογες ντραμεντί στις οποίες η νιότη με την αρρώστια κονταροχτυπιούνται σαν το «Restless» του Γκας Βαν Σαντ και «Το Λάθος Αστέρι» του Τζος Μπουν, το «Babyteeth» ωστόσο κινείται προς μία πιο σαφή indie αισθητική. Είναι φουλ καλωδιωμένο στην ιδιοσυγκρασία των χαρακτήρων του, μοστράρει βινιέτες που τεμαχίζουν την πλοκή με τίτλους οι οποίοι είτε θέλουν να περιγράψουν την τρέχουσα φάση είτε να δώσουν στο πιάτο το συναίσθημα της στιγμής κρατώντας καβάτζα το «πίσω κείμενο» της επικεφαλίδας, διαθέτει μια κάμερα ελεύθερη και ελαφριά που δεν το έχει σε τίποτα να σπάσει τον τέταρτο τοίχο, δίνει αρκετό ζωτικό χώρο στη μουσική να μιλήσει για τις σκηνές αντί απλά να τις ντύσει και άλλα τέτοια συμπαθητικά.

Tο ερώτημα που μοιάζει να πραγματεύεται περισσότερο το «Babyteeth» είναι αυτό της ετοιμότητας πάνω στην πρόκληση που λέμε ζωή

Συγκυριακά ή όχι, ο «Κυνόδοντας» του Λάνθιμου και το πολύ διαφορετικό, γλυκόπικρο «Babyteeth» καταλήγουν να μοιράζονται τον ίδιο συμβολικό τόπο: και τα δύο έχουν ένα δόντι να ορίζεται ως πέρασμα στην ενηλικίωση και όσα αυτή φέρνει. Εδώ, η έφηβη ηρωίδα μας διατηρεί έναν νεογιλό (babyteeth) στην οδοντοστοιχία της που – παραδόξως – δεν έχει ακόμα πέσει. Αυτό το παιδικό δόντι γίνεται για την Μίλλα ένα κατώφλι για τον έρωτα, την ανάληψη του εαυτού, ακόμα και του θανάτου που ένεκα της κατάστασης βρίσκεται από καιρό εντός κάδρου. Με άλλα λόγια, το ερώτημα που μοιάζει να πραγματεύεται περισσότερο το «Babyteeth» είναι αυτό της ετοιμότητας πάνω στην πρόκληση που λέμε ζωή.

Όλα στην ταινία της Μέρφι μοιάζουν λίγο off, κάπως περίεργα και σίγουρα εσκεμμένα ακατάστατα σε σχέση με το απόλυτα τακτοποιημένο και καλαίσθητο suburbia περιβάλλον που αγκαλιάζει τους πρωταγωνιστές. Έτσι, οι εξπρεσιονιστικοί χαρακτήρες της ταινίας να μετατρέπονται συχνά μια περιφερόμενη ενσάρκωση της παρόρμησης: ο Μόζες πετάγεται μπροστά από την Μίλλα την ώρα που περνάει το τρένο λέγοντας πως της έσωσε τη ζωή, ενώ εκείνη δεν βρισκόταν καν κοντά στην άκρη της αποβάθρας. Μια απόπειρα διάρρηξης μέσα στη νύχτα εξελίσσεται σε ένα χαλαρό sleepover. Η Μίλλα επιλέγει να φιλήσει για πρώτη φορά τον Μόζες μπροστά στη μητέρα της. Εκείνη πάλι, το κάνει στα πεταχτά με τον Χένρι στο ιατρείο του λίγο πριν το επόμενο ραντεβού, κλείνοντας την «οικογενειακή» συνεδρία με μια συμπληρωματική συνταγογράφηση των ηρεμιστικών τα οποία κρατούν όρθια την Άννα. Το ωδείο στο οποίο πηγαίνει η πιτσιρίκα για να μάθει βιολί είναι στην πραγματικότητα ένα σαλόνι σπιτιού και ο δάσκαλος μοιάζει να ξέρει αρκετά προσωπικές λεπτομέρειες για την μητέρα της – κάτι που όμως για κάποιο λόγο φαίνεται να είναι οκ. Κλείνοντας τα σχετικά παραδείγματα, ο Χένρι αφήνει στη μέση μια συνεδρία με ασθενή του πιστεύοντας πως είναι η κατάλληλη ώρα να πεταχτεί μέχρι την έγκυο γειτόνισσα να της αλλάξει μια λάμπα.

Oι εξπρεσιονιστικοί χαρακτήρες της ταινίας μετατρέπονται συχνά σε μια περιφερόμενη ενσάρκωση της παρόρμησης

Όλως παραδόξως αυτό το «κάπως» σκηνικό γεμάτο από καταστάσεις διττής ανάγνωσης δουλεύει. Κυρίως επειδή η Μέρφι βρίσκει τρόπο να αποστάξει μία κάποια ειλικρίνεια σε ό,τι αφορά το συναισθηματικά αμφίθυμο κομμάτι της ιστορίας, μέσα από όλες αυτές τις ημι-σουρεαλιστικές εκφραστικές αυθαιρεσίες και τα διάφορα ανεξήγητα λογικά παράδοξα που παρακολουθούμε (π.χ. ο Μόζες εμφανίζεται ξαφνικά να έχει μαζί τον μικρότερο αδερφό του, την ώρα που η μητέρα τους τον πετάξει εκτός σπιτιού και όποτε τον βλέπει καλεί την αστυνομία).

Όλα είναι τοποθετημένα στη γκρίζα ζώνη – και μοιάζουν καλά εκεί που είναι – σε πλήρες κοντράστ με το φωτεινό και ηλιόλουστο πλαίσιο της ιστορίας. Ο Μόζες (βραβείο ερμηνείας για τον Τόμπι Ουάλας στη Βενετία) είναι στο πλάι της Μίλλα και γιατί την νοιάζεται αλλά και εξαιτίας της εξάρτησης. Η Άννα (την ερμηνεύει η Έσι Ντέιβις του «Babadook») τον εχθρεύεται γιατί της αφαιρεί χώρο από την κόρη της, τον οποίο όμως του τον εκχωρεί κιόλας όσο η ίδια δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί συναισθηματικά στη συνθήκη. Ο Χένρι (στο ρόλο ο συνεπής ρολίστας Μπεν Μέντελσον) έχει φαινομενικά την δύναμη να ελέγχει την κατάσταση μοιράζοντας φάρμακα δεξιά και αριστερά, προφυλάσσοντας πίσω από την πόρτα του γραφείου τη δική του αδυναμία. Και φυσικά η Μίλλα (η Ελάιζα Σκάνλεν που έπαιζε την μικρότερη από τις «Μικρές Κυρίες» της Γκέργουικ) η οποία ενσαρκώνει το μεγαλύτερο παράδοξο απ’ όλα: μια νεαρή έτοιμη να ξεχυθεί στη ζωή κουβαλώντας την μόνιμη υπενθύμιση της παιδικότητας που αναφέρεται και στον τίτλο. Αλλά και ένα παιδί τοποθετημένο ταυτόχρονα μπροστά στο ενδεχόμενο του θανάτου και το αποκορύφωμα της ζωής. Με την απόφαση περί ετοιμότητας πάνω στη ζωή αφημένη στα χέρια του. Εκ φύσεως, αλλά και εξ ανάγκης.

 

 

http://www.cinemagazine.gr

Tags

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button
Close