Hobby

“Ο Κορονοϊός που ήθελε να γίνει μεγάλος και τρανός” της Φώφης Ζαχαριουδάκη

ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΜΙΚΡΑ (ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ)

Στον μικρόκοσμο, εκεί που ζουν οι τοσοδούλικοι οργανισμοί, που μόνο με το μικροσκόπιο μπορείς  κανείς να τους δει, ζούσε ο Ιούλης ο Βρωμούλης.  Ολοστρόγγυλος με ακίδες, έμοιαζε πιο πολύ με αχινό παρά με ιό! Ήταν τόσο βρωμιάρης που κανένας δεν τον ήθελε, ούτε καν η μητέρα του η γρίπη. Η μύξα έσταζε από τις αγκάθες του αλλά δεν τον ένοιαζε! Που και που έβγαζε τη μπλε γλώσσα του και τις έγλυφε σαν παγωτό. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό! Δεν άντεχε τα τραγούδια. Μάλιστα είχε βάλει δύο μασημένες τσίχλες στα αυτιά του για να μην ακούει τίποτα!

Μάταια προσπαθούσαν όλοι να τον πείσουν να πλυθεί. Μόλις έβλεπε νερό κοκκίνιζε και  φούσκωνε σαν μπαλόνι έτοιμος να σκάσει. Τα μικρόβια και τα βακτήρια δεν άντεχαν άλλο. «Αηδία! Πόσο πολύ βρωμάς!», του φώναζαν αλλά εκείνος με τις τσίχλες στα αυτιά δεν άκουγε τίποτα! Ώσπου μια ημέρα αποφάσισε ότι άδικα έχανε τον καιρό του στον μικρόκοσμο.

Άρπαξε μια κορώνα, την έβαλε στο στρογγυλό κεφάλι του και ονόμασε τον εαυτό του «Κορονοϊό»! Μάλιστα για να δείχνει πιο μεγαλοπρεπής τράβηξε μια μύξα από τη μύτη του και την έκανε σκήπτρο. Ικανοποιημένος με τον εαυτό του αποφάσισε να αφήσει το σπίτι του και να κατακτήσει τον κόσμο! Μάταια προσπαθούσαν οι άλλοι ιοί της γρίπης να τον συνετίσουν. Εκείνος ήθελε να τους αποδείξει ότι είναι καλύτερος από αυτούς. «Εσείς προκαλείτε μερικά φτερνίσματα στους ανθρώπους. Εγώ θα τους γονατίσω και θα τους κάνω να με προσκυνήσουν. Θα ακούν Κορονοϊό και θα τρέμουν!».

Πράγματι ο Κορονοϊός πήγε στην πιο κοντινή πόλη. Κρύφτηκε ανάμεσα σε κάτι καλάθια  με μήλα και με το μυξοσκήπτρο του, άρχισε να γεμίζει με μύξες τους ανθρώπους που σιγά-σιγά αρρώσταιναν ο  ένας μετά τον άλλον! Ο Κορονοϊός ήταν πολύ χαρούμενος. «Όλοι με έλεγαν άχρηστο! Τώρα θα δουν την αξία μου. Όλοι θα μάθουν για τον ιό της γρίπης!».

Μια μέρα καθισμένος σε ένα κινητό είδε ένα όμορφο κοριτσάκι με μακριά ξανθά μαλλάκια, την Τίνα, να περνά από μπροστά του. Τα μάτια του πετάχτηκαν έξω από τη χαρά του. «Τι ωραία μυτούλα για μύξες» σκέφτηκε. Η Τίνα ήθελε να φάει το κατακόκκινο μήλο της. Σαν σωστή δεσποινιδούλα ήξερε ότι δεν μπορούσε να φάει με βρώμικα χεράκια. Πήρε λοιπόν το μπουκαλάκι με το νερό της και πριν προλάβει να πλυθεί, ο Κορονοϊός της πέταξε τις βρωμερές μύξες του. Όμως η καλή νεράιδα Καθαριότητα που ζούσε στο μπουκάλι  του νερού, σημάδεψε τον Ιούλη τον Βρωμούλη με το μαγικό ραβδάκι της και σταγόνες μυτερές σαν βέλη καρφώθηκαν στο ολοστρόγγυλο σώμα του πριν προλάβει να αρρωστήσει τη μικρή Τίνα. Ο Κορονοϊός φούσκωσε και έγινε μπλε. «Καταραμένη καθαριότητα! Θα βρω βρώμικα παιδάκια και θα τα αρρωστήσω» φώναξε αγριεμένος! Όμως η καλή νεράιδα έστειλε τις σταγόνες της σε όλο τον πλανήτη να μάθει στα παιδάκια όλου του κόσμου το τραγούδι της για να διώξουν μακριά το κακό ιό της γρίπης.

Πλένω τα χεράκια μου

πριν φάω φαγητό ,

βάζω σαπούνι και νερό

ως το είκοσι μετρώ

πριν πιάσω τη μυτούλα μου

γιατί θα φταρνιστώ

παίρνω το χαρτομάντηλο

και μέσα θα φυσώ .

Όσο τα παιδιά τραγουδούσαν το τραγούδι της καθαριότητας τόσο πονούσε το κεφάλι του και τα αυτιά του. Όσο έπλεναν τα χεράκια τους τόσο εκείνος φούσκωνε και γινόταν μπλε. Ώσπου μια μέρα μην αντέχοντας άλλο, νικημένος από τα μικρά παιδιά, μάζεψε  τις μύξες του και έφυγε πολύ πολύ μακριά!

 

 

 

 

 

https://grtabularasa.blogspot.com/

Tags

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button
Close