ΕΥ ΖΗΝ

Από που βγήκε η φράση «45 Γιάννηδες ενός κοκκόρου γνώση»….

Από που βγήκε η φράση «45 Γιάννηδες ενός κοκκόρου γνώση». Πως οι άνδρες ενός χωριού πνίγηκαν στο ορμητικό ποτάμι προσπαθώντας να σταματήσουν την πλημμύρα…

Σύμφωνα με έρευνες, 8 στους 100 άντρες στην Ελλάδα έχουν το όνομα «Γιάννης». Ακόμα πιο συχνή είναι η παρουσία του ονόματος στις ελληνικές παροιμίες. «Σπίτι χωρίς Γιάννη, προκοπή δεν κάνει», «Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει», «Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα».

Και η λίστα δεν τελειώνει. Βέβαια, μία από τις πιο γνωστές και χαρακτηριστικές δεν είναι ιδιαίτερα κολακευτική για το 8% του αντρικού πληθυσμού. «Σαρανταπέντε Γιάννηδες ενός κοκόρου γνώση» συνηθίζουμε να λέμε για πολλά άτομα που «την πατάνε» με ανόητο τρόπο.

Η επικρατούσα θεωρία για την προέλευση του ρητού παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στην κεφαλονίτικη λαογραφία υπάρχει ένας διαδεδομένος μύθος. Σύμφωνα με αυτόν, σε ένα μικρό χωριό του νησιού κατοικούσαν κάποτε 45 οικογένειες.

Συμπτωματικά, οι νοικοκυραίοι και των 45 λέγονταν Γιάννηδες. Εκτός από κοινό όνομα, μοιράζονταν και κοινή νοοτροπία. Είχαν την συνήθεια να μην ενεργούν ποτέ ξεχωριστά, αλλά όλοι μαζί σαν μάζα. Ωστόσο, δε φημίζονταν για τις αποφάσεις που έπαιρναν, ούτε για την ευφυΐα τους.

Μία χειμωνιάτικη μέρα, λοιπόν, αυτό έμελλε να αποβεί μοιραίο. Μια δυνατή καταιγίδα είχε ως αποτέλεσμα να ξεχειλίσει το ποτάμι του χωριού και να καταστρέψει τις περιουσίες τους. Τότε, όλοι οι συνονόματοι άντρες συναντήθηκαν για να βρουν μια λύση. Για πρώτη φορά δε μπορούσαν να συμφωνήσουν μεταξύ τους. «Ντροπή σας να μαλώνετε για ασήμαντα πράγματα.

Εγώ θα σας υποδείξω τον τρόπο να εκδικηθείτε το ποτάμι, αρκεί να μου υποσχεθείτε ότι θα με υπακούσετε», ακούστηκε μία φωνή. Ξαφνικά όλοι σιώπησαν και στράφηκαν στο μέρος του μυστήριου ομιλητή. Τότε συνειδητοποίησαν ότι η φωνή προερχόταν από έναν κόκκορα. Το κορδωμένο πτηνό φαινόταν ταλαιπωρημένο από την πλημμύρα.

Παρόλα αυτά, ο τόνος του απέπνεε αποφασιστικότητα και σιγουριά και οι Γιάννηδες αποφάσισαν να το εμπιστευτούν. «Πάρτε ρόπαλα στα χέρια και πάμε να διώξουμε το ποτάμι από τον τόπο μας, να μην γυρίσει πίσω, να μην ξαναπεράσει από εδώ»

. Έτσι, όλοι οι συγχωριανοί μαζί, σαν «μπουλούκι», ακολούθησαν τον κόκκορα ως το ποτάμι χωρίς δεύτερη σκέψη. Μόλις έφτασαν στις όχθες του, ο κόκκορας τους πρόσταξε να πηδήξουν μέσα και να αρχίσουν να δέρνουν τα νερά με τα ρόπαλα «μέχρι να του δώσουν να καταλάβει ότι είναι ανεπιθύμητο στο χωριό».

Οι Γιάννηδες υπάκουσαν στον «αρχηγό» και ένας ένας άρχισαν να πέφτουν στα παγωμένα και ορμητικά νερά. Το αποτέλεσμα ήταν να πνιγούν όλοι. Με τα χρόνια, ο γνωστός μύθος συνοψίστηκε από τους Κεφαλονίτες σε μία παροιμιώδη φράση. Σύντομα και περιεκτικά: «Σαρανταπέντε Γιάννηδες ενός κοκκόρου γνώση»..

..

“Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει”. Πώς βγήκε η γνωστή παροιμία και τι σχέση είχε ο «Γιάννης» με τον Κολοκοτρώνη…

Ανάμεσα στα παλικάρια του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, υπήρχε ένας που ξεχώριζε και ήταν το καμάρι του. Το όνομά του ήταν Γιάννης Θυμιούλας. Καταγόταν από την Τρίπολη  και είχε καταπληκτικές σωματικές διαστάσεις. Δίμετρος, εύσωμος και δυνατός, μπορούσε να σηκώσει με το ένα του χέρι ολόκληρο άλογο!

Ο Θυμιούλας έτρωγε στην καθισιά του ολόκληρο αρνί, αλλά και πάλι σηκωνόταν πεινασμένος. Πέρα από το φαγητό είχε αδυναμία και στο πιοτό. Παρόλα αυτά ήταν εξαιρετικά ευκίνητος, δεν υπολόγιζε τον κίνδυνο κι όταν έβγαινε στο πεδίο της μάχης, ο εχθρός τον έβλεπε και τρεπόταν σε φυγή.

Πολλοί καπεταναίοι, όταν ήθελαν να κάνουν κάποια τολμηρή επιχείρηση ζητούσαν από τον Κολοκοτρώνη να τους τον δανείσει. Κάποτε ο Θυμιούλας βρέθηκε πολιορκημένος μαζί με πέντε συντρόφους του, στη σπηλιά ενός βουνού για τρεις μέρες.

Κάποια στιγμή τελείωσαν τα λιγοστά τρόφιμα που είχαν μαζί τους και ο σωματώδης Γιάννης άρχιζε να υποφέρει από την πείνα. Για να μη λιμοκτονήσει αποφάσισε να κάνει εξόρμηση. Άρπαξε το χαντζάρι του, βγήκε από τη σπηλιά και με απίστευτη ταχύτητα άρχισε να τρέχει ανάμεσα στους πολιορκητές και να χτυπά όπου βρει.

Οι εχθροί τρόμαξαν και το έβαλαν στα πόδια. Τότε ο Θυμιούλας κατέβηκε σε ένα ελληνικό χωριό, έσφαξε τρία αρνιά και τα σούβλισε. Μαζί με το φαγητό παρήγγειλε ένα “εικοσάρικο” βαρέλι κρασί και έπεσε με τα μούτρα στο φαγοπότι.

Όποιος περνούσε από το σημείο αυτό, ο Γιάννης τον προσκαλούσε και του προσέφερε κρασί. Κάποια στιγμή έφτασε εκεί ο Κολοκοτρώνης και ρώτησε να μάθει τι συνέβαινε.

Ο Προεστός του χωριού απάντησε: “Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει”. Με αυτό τον τρόπο έμεινε αυτή η φράση, η οποία έμελλε να προστεθεί στις παροιμίες που σχετίζονται με το όνομα “Γιάννης”!…

 

 

 

mixanitouxronou.gr

Tags

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button
Close