Πολιτισμός

Συνεπιμέλεια: Προϋπόθεση Οικογενειακού Δικαίου, αγοραία συναλλαγή, ή θεσμικό έγκλημα;

Γράφει η Έφη Κουκούτση*

Η συζήτηση για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια είναι δυσάρεστη, άβολη και υποκριτική.

Δυσάρεστη γιατί δείχνει το πολιτισμικό πλαίσιο αντίληψης της παιδικής ηλικίας από την οποία εφορμάται. Το παιδί ως μη-πολίτης, άβουλο, χωρίς δικαιοδοσία, όλοι να μιλούν εκ μέρους του, εν πλήρη απουσία του. Αλλά και το παιδί ως ανθρώπινο κεφάλαιο που άλλοτε «επενδύει» το κοινωνικό status της κανονικότητας του «ζεύγους» κι άλλοτε τις μεταμοντέρνες «προοδευτικές» του διεκδικήσεις.

«Έρευνες» «ειδικών» ανασύρονται με ιδιαίτερη ευκολία για να τεκμηριώσουν με κάποια μεθοδολογία (;), μία καλύτερη «υγεία» των παιδιών, των «μεν διαζευγμένων» από τους «δε διαζευγμένους». Των «παντρεμένων» μάλλον χαίρουν άκρας υγείας και είθισται να μην τα εξετάζουμε ως δείγμα. Σύλλογοι, παράθυρα, ομάδες πίεσης, διάσημοι, δημοσιογράφοι, πολιτικοί και λοιποί, που συναρθρώνουν νέες επινοήσεις διαβίωσης της ανηλικότητας και κυρίως, επανεπινοούν την ισότητα ως αγοραία συμφωνία. Η συνεπιμέλεια μετατίθεται από μία έως τώρα εθιμοτυπική νομολογία οικογενειακού δικαίου, σε μία «εκσυγχρονισμένη» ατζέντα διαπραγμάτευσης με όρους ενός Win- Win Deal.

Δύο αντισυμβαλλόμενοι, απαραιτήτως ετεροφυλόφιλοι, και καθώς φαίνεται κυρίαρχα αστοί, εξουσιοδοτούνται να ορίζουν πολλαπλές κατοικίες ως υποχρεωτική συνθήκη διαβίωσης ενός ανθρώπου, προσδιορίζοντας κάθε σπιθαμή του χώρου και του χρόνου του. Μέσα σε ένα μεγαλειώδες σχέδιο γονεϊκής ισότητας, με πολλαπλούς χώρους ύπαρξης και υπερεπιταχυμένα χρονικά όρια, το παιδί καλείται να ανα-γνωρίσει τον εαυτό του. Το σώμα του θα περιφέρεται, θα είναι κι εδώ και εκεί, για να προλαβαίνει να καλύπτει το συναισθηματικό κενό και των δύο ανθρώπων που το έφεραν στον κόσμο. Δεν μας λέει βέβαια αυτό το σχέδιο, όπως και κανένα άλλο μέχρι τώρα , πού μπορεί να τρέξει ένα παιδάκι να κρυφτεί, αν πέφτει το ίδιο στο κενό. 1 Δεν μας λέει επίσης, μέχρι πότε υποχρεούται να εξισορροπεί την «ποσότητα» της παρουσίας του στις ζωές των «άλλων». Κι αν δε θέλει; Αν δε θέλει να τηρεί τέτοιες συμφωνίες, ή αν σταματήσει να θέλει στην πορεία, τί γίνεται; Έχει ένα παιδί δικαίωμα στην επιθυμία;

Η συζήτηση είναι άβολη, γιατί εκφράζεται μέσα από ετερόκλητες θέσεις και ρόλους, που τέμνουν πολλαπλά κι έντονα βιώματα. Όσων γονέων για παράδειγμα, χειρίζονται την ιδιότητά τους ως μέσο αντεκδίκησης. Όσων γονέων απαρνούνται κάθε ευθύνη, με την ευκολία που παρέχει ένα ανεύθυνο και ανάλγητο θεσμικό σύστημα. Όσων πατεράδων που για να συμμετάσχουν στοιχειωδώς ισότιμα σε απλές, καθημερινές πράξεις φροντίδας και αγάπης για το παιδί τους, καλούνται πρώτα να αποκαθηλώσουν μία ιεροποιημένη προβολή «μητρότητας» με «φυσικές» (έως μεταφυσικές) γονεϊκές ικανότητες. Όσων μανάδων καλούνται να εμπιστευτούν τις ίδιες θεσμικές αρχές που τους ματαίωναν ξανά και ξανά, όσες φορές η κακοποίηση στο σώμα και την ψυχή τους κακοφόρμιζε. Όσων παιδιών έπρεπε να βρουν λόγια πειστικά σε δικηγόρους, δικαστές, εισαγγελείς, και διαφόρους λειτουργούς, ώστε να δείξουν τον πόνο, το θυμό και την ανάγκη να απαλλαγούν από τη δυσάρεστη παρουσία, την καταπίεση, ακόμη και τη βία ενός γονέα, χωρίς να προκαλέσουν υποψίες, ότι τάχα είναι «δασκαλεμένα». Όσων παιδιών κουβαλούν μία βουβή ενοχή, γιατί κατάφεραν να ψελλίσουν – «όχι», σε αυτή την εσωτερικευμένη νουθεσία, που ρωτά και απαντά από μόνη της: – «ποιον αγαπάς πιο πολύ, τη μαμά ή το μπαμπά;.. και τους δύο το ίδιο, ε»;

Η συζήτηση είναι και υποκριτική. Αφενός, γιατί διεξάγεται με τους ίδιους όρους που εξέθρεψαν στερεότυπα ανυπέρβλητα και μαζί με αυτά, τη δυστυχία και τη βλακεία που πάντοτε τα ακολουθεί. «Έρευνες» δεν ανασύρονταν και παλιότερα για τα «παιδιά χωρισμένων γονιών»; Λόγια περισπούδαστα, δημοσιογραφικά, «επιστημονικά» και lifestyle μαζί, δεν εκτοξεύονταν δημόσια και απρόκλητα στιγμάτιζαν τα παιδιά των «χωρισμένων», που κάπως πιο εύκολα έμπλεκαν με ουσίες, εγκλήματα, έπεφταν σε παγίδες επικίνδυνες, κοινώς κάπως πιο εύκολα τα έτρωγε η «μαρμάγκα» από αυτά των «κανονικών» καλών οικογενειών; Πόσοι άνθρωποι παρέμειναν εγκλωβισμένοι σε δυσβάσταχτα δεσμά έγγαμου βίου από φόβο, για να μη βλάψουν τα παιδιά τους και γίνουν σαν αυτά.. των «χωρισμένων»..; Κι εδώ ως υποχρέωση βιωνόταν η «συνεπιμέλεια». Αλλά κάτω από την ίδια στέγη.

Η μεγαλύτερη υποκρισία όμως, δεν κρύβεται στη συζήτηση που γίνεται. Αλλά σε αυτή που εντέχνως παραλείπεται. Γιατί αν κάποια παιδιά χρειάζονται πραγματικά τη στήριξη του νομοθέτη, είναι αυτά στα οποία η κοινωνία στερεί το δικαίωμα του δεύτερου γονέα εξ ολοκλήρου. Ναι, για τα παιδιά των ομόφυλων οικογενειών μιλάμε. Αυτών που για να μπορούν να υπάρχουν πρέπει να ζουν ως κάτι άλλο. Ο ένας από τους δυο γονείς να κρατιέται στην αφάνεια, αόρατος, μη τυχόν και θιγεί η βιολογική τάξη μιας ηθικής, που μόνο στη φαντασία της λογίζεται ως τέτοια. Σε αυτούς τους γονείς λοιπόν, υποχρεωτική, προαιρετική, γενικά κάποια συνεπιμέλεια θα δούμε;

Η συζήτηση ωστόσο, όσο δυσάρεστη, άβολη και υποκριτική, κι αν είναι, ίσως και να πρέπει να γίνει. Αλλά με όλους, με όρους, ξεκάθαρες προθέσεις και παιδοκεντρική ιεράρχηση αναγκών.

Ας ξεκαθαρίσουμε για παράδειγμα, ότι η γονεϊκή ευθύνη συνιστά εγγενή, αναπόσπαστη ιδιότητα κάθε γονεϊκού ρόλου, ανεξαιρέτως. Η νομική διάσταση της επιμέλειας, αφορά την καθημερινότητα και την ευημερία ενός παιδιού. Η ευημερία αυτή μπορεί να εξασφαλιστεί με ποικίλους τρόπους και σχέδια ζωής, που υπερβαίνουν τη φαντασία της εξουσίας. Ανάλογα με τη δομή, τις ιδιαιτερότητες και την ποιότητα των σχέσεων, οι γονείς μπορούν να εναλλάσσουν τις κατοικίες, ή να εναλλάσσουν τη διαμονή τους κάτω από μία σταθερή στέγη για να μη μετακινούνται τα παιδιά τους. ‘Άλλοι να συγκατοικούν για διαστήματα, άλλοι να συμφωνούν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό συμμετοχής στην καθημερινή φροντίδα του ενός από τους δύο, κ.ο.κ. Σε αυτά και άλλα πολλά σενάρια λοιπόν, η ευημερία εξαρτάται από το βαθμό συναίνεσης των γονιών και αμοιβαίας αποδοχής της ευθύνης τους, γιατί πολύ απλά, αυτό εξασφαλίζει την αναγκαία ηρεμία στο όποιο οικογενειακό περιβάλλον διαβίωσης.

Πώς βοηθούν τέτοιοι νόμοι τους γονείς να κατανοήσουν, πως η αγάπη αφήνει χώρο, δεν κυριαρχεί σε αυτόν; Η γονεϊκή αγάπη δεν εξαντλείται στην επιμέλεια, ούτε προσμετράται με ώρες, ή μέρες, ή χρήματα, ή σπίτια, ή φωνές και δράματα. Ο γονιός μπορεί και πρέπει να ξέρει να αγαπά και από κοντά και από μακριά. Να δίνει χρόνο στον πόνο και το θυμό να επουλωθούν. Να σέβεται τις ανάγκες και τις επιθυμίες και να συμβαδίζει με αυτές. Να δέχεται και την απόρριψη ακόμα. Να τη δέχεται με απλότητα, ηρεμία και εμπιστοσύνη.

Ας ξεκαθαρίσουμε επίσης, ότι αν ένα παιδί ταλαιπωρείται από τη συμβίωση των γονιών του, τότε μάλλον ένας χωρισμός θα φέρει και τη λύτρωση. Αν ένα παιδί ταλαιπωρείται από το διαζύγιο των γονιών του, δε φταίει το διαζύγιο. Φταίει το ότι δεν μπορούν να συνεννοηθούν στα βασικά, ούτε μαζί ούτε χώρια, επομένως χρειάζονται θεσμική βοήθεια, καθοδήγηση, και συγκεκριμένο, εξατομικευμένο σχέδιο προστασίας. Δωρεάν, ως στοιχειώδης άσκηση κοινωνικής πολιτικής και ευθύνης ενός κράτους δικαίου. Αν το παιδί λοιπόν, εξακολουθεί να υποφέρει για χρόνια από τις σχέσεις των γονιών του, παύουν να φταίνε οι γονείς. Φταίει το θεσμικό σύστημα που το επιτρέπει και οι λειτουργοί του.

Ας συμφωνήσουμε τέλος, σε μία ξεκάθαρη και ορατή πραγματικότητα. Εφόσον, γραφειοκρατικές διαδικασίες «ρύθμισης» μίας υποχρεωτικής επιμέλειας, εναλλασσόμενης, πλήρους, ή ημιαπασχολούμενης (!) προηγούνται από νομολογιακές εφαρμογές προστασίας από μία ενδοοικογενειακή βία που καλπάζει, τότε η συνεπιμέλεια παύει να είναι αυτονόητη προϋπόθεση Οικογενειακού Δικαίου. Παύει ακόμη και να είναι υπόθεση αγοραίας συναλλαγής. Γιατί μετατρέπεται σε θεσμικό εργαλείο εγκλήματος.

Με ξεκάθαρους πλέον φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς.

*H Κουκούτση Έφη είναι Κοινωνιολόγος

 

 

 

 

 

https://tomov.gr/

Tags

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button
Close