Από την 1η Απριλίου αναμένεται να εφαρμοστεί ένα νέο μοντέλο επιδότησης για τους ανέργους, το οποίο αλλάζει σημαντικά τον τρόπο υπολογισμού και καταβολής του επιδόματος ανεργίας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Υπουργείου Εργασίας, ορισμένοι δικαιούχοι θα μπορούν να λαμβάνουν έως και 1.295 ευρώ τον μήνα, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Η νέα αυτή πιλοτική εφαρμογή θα ξεκινήσει με περιορισμένο αριθμό συμμετεχόντων. Όπως αναφέρουν οι υπηρεσίες της ΔΥΠΑ, το ανώτατο όριο των 15.000 δικαιούχων αναμένεται να καλυφθεί εντός του προβλεπόμενου χρονοδιαγράμματος που έχει συμφωνηθεί στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης.
Το συνολικό κόστος του προγράμματος ανέρχεται στα 100 εκατομμύρια ευρώ και θεωρείται επαρκές ώστε να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητα του νέου μοντέλου επιδότησης. Το δείγμα των συμμετεχόντων περιλαμβάνει διαφορετικές κατηγορίες ανέργων, ώστε να αξιολογηθεί συνολικά η λειτουργία του συστήματος.
Η αξιολόγηση του νέου πλαισίου θα εξετάσει τόσο το κατά πόσο καλύπτονται οι οικονομικές ανάγκες των δικαιούχων όσο και το πόσο γρήγορα επανεντάσσονται στην αγορά εργασίας.
Ποιοι μπορούν να λάβουν έως 1.295 ευρώ
Το ανώτατο ποσό των 1.295 ευρώ αφορά μια περιορισμένη κατηγορία ανέργων. Πρόκειται κυρίως για εργαζόμενους που έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 20 χρόνια ασφάλισης και είχαν υψηλές αποδοχές κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής τους πορείας.
Το συγκεκριμένο ποσό καταβάλλεται κυρίως κατά τους πρώτους μήνες ανεργίας, όταν το επίδομα βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο σύμφωνα με τη λογική του νέου συστήματος.
Στην πράξη, οι περιπτώσεις που πληρούν αυτά τα κριτήρια είναι σχετικά λίγες. Η πλειονότητα των ανέργων, οι οποίοι διαθέτουν 2 έως 3 χρόνια ασφάλισης και χαμηλότερους μισθούς, αναμένεται να λαμβάνει το βασικό επίδομα που εκτιμάται ότι θα κυμαίνεται περίπου μεταξύ 450 και 500 ευρώ τους πρώτους μήνες.
Μετά το πρώτο τρίμηνο, το ποσό μειώνεται αισθητά, καθώς το νέο σύστημα έχει εμπροσθοβαρή χαρακτήρα: τα υψηλότερα ποσά καταβάλλονται στην αρχή της περιόδου ανεργίας.
Βασική αρχή του νέου επιδόματος είναι η σταδιακή μείωση του ποσού με την πάροδο του χρόνου. Έτσι, οι πρώτοι μήνες καλύπτουν μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών αναγκών, ενώ στη συνέχεια η επιδότηση περιορίζεται, με στόχο να ενθαρρυνθεί η ταχύτερη επιστροφή στην εργασία.
Η μέγιστη διάρκεια καταβολής του επιδόματος μπορεί να φτάσει έως και τους 24 μήνες. Ωστόσο, η συνολική περίοδος εξαρτάται από τον χρόνο προηγούμενης απασχόλησης.
Κατά τον πρώτο χρόνο ισχύει η αναλογία δύο μηνών εργασίας για κάθε έναν μήνα επιδότησης. Στον δεύτερο χρόνο, το σύστημα γίνεται αυστηρότερο, καθώς απαιτούνται τρεις μήνες εργασίας για έναν μήνα επιδόματος.
Παράλληλα, το νέο μοντέλο ενδέχεται να αφήσει εκτός ένα μέρος ανέργων με διακεκομμένη εργασιακή πορεία, οι οποίοι δυσκολεύονται να συγκεντρώσουν τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης.
Τα τρία βασικά στοιχεία του νέου επιδόματος
Το ύψος του επιδόματος διαμορφώνεται από τρία βασικά στοιχεία.
Το πρώτο είναι το σταθερό μέρος, το οποίο αποτελεί τη βασική παροχή και χορηγείται σε όλους τους δικαιούχους. Υπολογίζεται ως ποσοστό του κατώτατου ημερομισθίου και ξεκινά από περίπου 70% το πρώτο τρίμηνο. Στη συνέχεια μειώνεται σταδιακά, φτάνοντας περίπου στο 20% κατά το δεύτερο έτος επιδότησης.
Το δεύτερο στοιχείο είναι το μεταβλητό μέρος, το οποίο λειτουργεί ως πρόσθετη ενίσχυση για όσους διαθέτουν μεγαλύτερο ασφαλιστικό ιστορικό και υψηλότερες αποδοχές στο παρελθόν. Μέσω αυτού προκύπτουν και οι μεγαλύτερες διαφορές στα ποσά που λαμβάνουν οι δικαιούχοι.
Η τρίτη συνιστώσα αφορά συγκεκριμένα κριτήρια και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι άνεργοι, προκειμένου να μπορούν να λάβουν το μέγιστο δυνατό ποσό επιδότησης.

