Στα τέλη Φεβρουαρίου τίθεται σε εφαρμογή η διάταξη που προβλέπει τον διπλασιασμό του ΕΝΦΙΑ για κλειστές κατοικίες που ανήκουν σε τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης κόκκινων δανείων (servicers), με την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) να προχωρά στην αποστολή χιλιάδων εκκαθαριστικών σημειωμάτων.
Η ρύθμιση, η οποία θα παραμείνει σε ισχύ έως και το 2028, προβλέπει προσαύξηση κατά 100% του κύριου φόρου ΕΝΦΙΑ για κατοικίες που ανήκουν σε πιστωτικά ιδρύματα, αγοραστές ή διαχειριστές πιστώσεων, καθώς και σε συνδεδεμένα με αυτούς νομικά πρόσωπα, εφόσον τα ακίνητα παραμένουν κλειστά.
Για να αποφευχθεί η επιβάρυνση, το ακίνητο θα πρέπει να έχει ενοικιαστεί ή χρησιμοποιηθεί για τουλάχιστον έξι μήνες μέσα στο έτος.
Διασταυρώσεις στοιχείων από την ΑΑΔΕ
Για την εφαρμογή του μέτρου, η ΑΑΔΕ έχει ήδη προχωρήσει σε διασταυρώσεις στοιχείων από τις δηλώσεις Ε9 με τα μητρώα των τραπεζών και των servicers, προκειμένου να εντοπιστούν τα ακίνητα που παρέμειναν κλειστά έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025. Η ημερομηνία αυτή θεωρείται καθοριστική για τον υπολογισμό του ΕΝΦΙΑ του 2026.
Στόχος η αύξηση της προσφοράς κατοικιών
Η διάταξη, η οποία ψηφίστηκε το 2024 και εφαρμόζεται για πρώτη φορά φέτος, αποσκοπεί στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών προς πώληση ή ενοικίαση, καθώς και στη συγκράτηση των τιμών και των ενοικίων.
Το μέτρο αφορά κυρίως ακίνητα που έχουν περιέλθει στην κυριότητα τραπεζών και εταιρειών διαχείρισης δανείων μέσω πλειστηριασμών και τα οποία παραμένουν κλειστά, συχνά λόγω πολεοδομικών ή άλλων εκκρεμοτήτων.
Η εφαρμογή του μέτρου συμπίπτει με την όξυνση του στεγαστικού προβλήματος, με στόχο να ασκηθεί ισχυρή πίεση στον χρηματοπιστωτικό τομέα ώστε να διοχετεύσει στην αγορά ακίνητα που παραμένουν αναξιοποίητα.
Τα διαθέσιμα στοιχεία
Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι τράπεζες διαθέτουν περίπου 8.300 ακίνητα, ενώ οι εταιρείες διαχείρισης κόκκινων δανείων περίπου 11.000. Από το σύνολο αυτό, περίπου 7.000 είναι κατοικίες, με το συνολικό κόστος του διπλάσιου ΕΝΦΙΑ να εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε περίπου 20 εκατ. ευρώ.
