Μία από τις πιο αξιομνημόνευτες στιγμές της καριέρας του Διονύση Σαββόπουλου δεν σχετίζεται με τις επιτυχίες του στο τραγούδι, αλλά με τη δικαστική διαμάχη που ακολούθησε την παγκόσμια επιτυχία του «Ντιρλαντά».Είναι ένα παραδοσιακό άσμα που συνδέθηκε με τη ζωή και τον αγώνα των σφουγγαράδων της Καλύμνου, αγαπήθηκε από χιλιάδες και έγινε σύμβολο της ελληνικής μουσικής, οδηγώντας τον Σαββόπουλο σε μια αμφιλεγόμενη δίκη.
Ο ίδιος θυμάται: «Έφερε το μισό νησί για μάρτυρες και εγώ είχα μόνο τη βεβαίωση της Ακαδημίας Αθηνών και τον Γιάννη Παπαϊωάννου». Παρά την έντονη πίεση και την ανισορροπία στις μαρτυρίες, ο Σαββόπουλος στάθηκε σταθερός υπερασπιζόμενος το έργο του και την πνευματική του ιδιοκτησία.
Η υπόθεση αυτή, πέρα από τη νομική της διάσταση, ανέδειξε και τον πολιτισμικό αντίκτυπο του «Ντιρλαντά», ένα τραγούδι που κατάφερε να αγγίξει το κοινό στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία της μουσικής.
Η δικαστική διαμάχη γύρω από το «Ντιρλαντά»: Παράδοση ή πνευματική ιδιοκτησία;
Όταν το παραδοσιακό τραγούδι «Ντιρλαντά» άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστό, ο Παντελής Γκίνης το ηχογράφησε σε 45άρι δίσκο στην Αθήνα, με την επιμέλεια της Δόμνας Σαμίου. Από εκείνη τη στιγμή το άκουσε και ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο οποίος το συμπεριέλαβε στον δίσκο του «Το Περιβόλι του Τρελού» το 1969, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για διασκευή παραδοσιακού τραγουδιού.
Η τεράστια επιτυχία του τραγουδιού δεν άργησε να φέρει και δικαστικές διαμάχες για τα πνευματικά του δικαιώματα. Ο Γκίνης υποστήριζε ότι το τραγούδι ήταν δικό του, ενώ ο Σαββόπουλος βασιζόταν στην άποψη ότι πρόκειται για δημοτικό, «αδέσποτο» τραγούδι, κοινή κληρονομιά που ανήκει σε όλους.
Ο εισαγγελέας, εξετάζοντας τις μαρτυρίες, ισχυρίστηκε αρχικά ότι το τραγούδι ήταν δημοτικό. Μεταξύ των μαρτύρων ήταν και ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι γνώριζε το τραγούδι πολλά χρόνια πριν από την κυκλοφορία του Σαββόπουλου, ενισχύοντας την άποψη ότι το «Ντιρλαντά» ανήκει στην ελληνική παράδοση και όχι σε έναν συγκεκριμένο δημιουργό.
Η υπόθεση αυτή ανέδειξε τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και τη διατήρηση της παραδοσιακής μουσικής κληρονομιάς, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία της ελληνικής μουσικής.
