Θλίψη προκάλεσε η είδηση του θανάτου του γνωστού τραγουδιστή και τραγουδοποιού Διονύση Σαββόπουλου, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στις 21 Οκτωβρίου, στις 9 το βράδυ.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι μια από τις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού τραγουδιού και της σύγχρονης πολιτιστικής μας ταυτότητας. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1944, ο Σαββόπουλος δεν υπήρξε απλώς τραγουδοποιός – υπήρξε αφηγητής μιας ολόκληρης εποχής, συνδυάζοντας τη μουσική με την πολιτική, την ποίηση με την κοινωνική κριτική, την παράδοση με τη ροκ.
Η μουσική του διαδρομή ξεκίνησε τη δεκαετία του ’60, μέσα σε μια Ελλάδα που άλλαζε ραγδαία. Με τον πρώτο του δίσκο, το Φορτηγό (1966), έφερε μια φρέσκια, ανατρεπτική φωνή, παντρεύοντας τη δυτική ροκ κουλτούρα με ελληνικά λαϊκά και ρεμπέτικα στοιχεία. Οι στίχοι του ήταν ποιητικοί αλλά και πολιτικοί, πότε υπαινικτικοί και πότε αιχμηροί, συχνά κόντρα στο κατεστημένο. Αυτό του κόστισε και προσωπικά – δεν δίστασε να συγκρουστεί με τη Χούντα, να λογοκριθεί και να φυλακιστεί.
Ο Σαββόπουλος δεν παρέμεινε ποτέ στάσιμος. Από τα Δέκα Χρόνια Κομμάτια και το Βρώμικο Ψωμί μέχρι τα Τραπεζάκια Έξω και τον Ασύρματο, κάθε του δουλειά αποτελεί ένα ξεχωριστό σχόλιο πάνω στον χρόνο και την κοινωνία. Επηρεασμένος από τον Bob Dylan αλλά και τον Μάρκο Βαμβακάρη, κατάφερε να χτίσει έναν δικό του μουσικό κόσμο, όπου ο Καραγκιόζης, ο Πλάτωνας και ο Τζον Λένον μπορούν να συναντηθούν στο ίδιο τραγούδι.
Ο λόγος του παραμένει πάντα επίκαιρος. Είτε μιλά για την πολιτική, την ταυτότητα, την κρίση, είτε απλώς για τον έρωτα ή τη μοναξιά, έχει την ικανότητα να αγγίζει τον ακροατή βαθιά, με ειλικρίνεια και στοχασμό. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσες γενιές Ελλήνων μεγάλωσαν με τα τραγούδια του, βρήκαν σε αυτά παρηγοριά, δύναμη ή και αφορμή για επανάσταση.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος δεν ήταν απλώς ένας μουσικός. Ήταν ένας ζωντανός θρύλος, ένας καλλιτέχνης που μετουσίωσε την καθημερινότητα σε τέχνη και την τέχνη σε συμμετοχή. Ένας δημιουργός που έδωσε στην Ελλάδα έναν καθρέφτη να δει τον εαυτό της με ειλικρίνεια, πόνο, αγάπη και χιούμορ.
Κι έτσι, σιγούν τα τραγούδια που δεν γράφτηκαν ποτέ. Έφυγε αφήνοντας πίσω του στίχους που μας ψιθυρίζουν ακόμα, μελωδίες που περνούν από γενιά σε γενιά σαν άγραφος νόμος.
Δεν τον αποχαιρετούμε με θλίψη μόνο, αλλά και με ευγνωμοσύνη. Γιατί μας έμαθε ότι η τέχνη δεν είναι πολυτέλεια, είναι επιβίωση. Και γιατί μας έδειξε ότι μπορείς να είσαι αιχμηρός χωρίς να χάνεις την τρυφερότητα.
Το κλείσιμο δεν του ταίριαζε ποτέ. Ίσως γιατί οι αληθινοί δημιουργοί δεν «κλείνουν». Μένουν…… Στο ραδιόφωνο, στα υπόγεια, στις αυλές, στις διαδηλώσεις. Στις στροφές του νου μας. Και εκεί θα μείνει.
Καλό ταξίδι, Νιόνιε.
