Νέα προειδοποίηση προς τους πολίτες απευθύνει η Ελληνική Αστυνομία για τηλεφωνικές απάτες, στις οποίες επιτήδειοι ενδέχεται να αξιοποιούν τεχνητή νοημοσύνη για να μιμηθούν τη φωνή συγγενικών ή οικείων προσώπων.
Η ΕΛ.ΑΣ. εφιστά την προσοχή των πολιτών, καθώς οι δράστες χρησιμοποιούν ολοένα και πιο εξελιγμένες μεθόδους με στόχο να αποκτήσουν πρόσβαση σε σπίτια, να αποσπάσουν χρήματα, τιμαλφή ή άλλα περιουσιακά στοιχεία.
-Advertisment-
Βασική σύσταση των Αρχών είναι να μην αποκαλύπτονται προσωπικά ή οικονομικά στοιχεία, ούτε πληροφορίες που αφορούν την παρουσία ή την απουσία των ενοίκων από την κατοικία. Σε περίπτωση ύποπτης επικοινωνίας, οι πολίτες θα πρέπει να διακόπτουν την κλήση, να μην ανοίγουν την πόρτα σε αγνώστους και να ενημερώνουν άμεσα την Αστυνομία.
Παράλληλα, η ΕΛ.ΑΣ. καλεί τους πολίτες να ενημερώσουν ηλικιωμένους συγγενείς και ανήλικα μέλη της οικογένειας, καθώς ακόμη και μία φωνή που ακούγεται απολύτως γνώριμη στο τηλέφωνο μπορεί να έχει δημιουργηθεί ή αναπαραχθεί με τη βοήθεια τεχνολογίας τεχνητής νοημοσύνης.
Πώς πραγματοποιείται η νέα τηλεφωνική απάτη
Η συγκεκριμένη μεθοδολογία βασίζεται στη μίμηση ή αναπαραγωγή της φωνής ενός οικείου προσώπου και, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., μπορεί να εξελιχθεί ως εξής:
- Αρχικά, ο πολίτης δέχεται μία παραπλανητική τηλεφωνική κλήση, για παράδειγμα από άτομο που παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος εταιρείας κινητής τηλεφωνίας. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας ενδέχεται να καταγράφεται δείγμα της φωνής του.
- Στη συνέχεια, οι δράστες επικοινωνούν τηλεφωνικά με συγγενικό ή οικείο πρόσωπο του πολίτη που βρίσκεται στην κατοικία και εμφανίζονται ως υπάλληλοι ή τεχνικοί του ΔΕΔΔΗΕ.
- Επικαλούνται υποτιθέμενη βλάβη ή διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος και ζητούν να επιτραπεί η είσοδος στην κατοικία σε άτομα που παρουσιάζονται ως τεχνικοί.
- Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας ακούγεται στο παρασκήνιο μία φωνή που προσομοιάζει σε πολύ μεγάλο βαθμό με εκείνη του συγγενικού προσώπου και παροτρύνει το υποψήφιο θύμα να συνεργαστεί και να ακολουθήσει τις οδηγίες των καλούντων.
Παρότι μέχρι σήμερα τα καταγεγραμμένα περιστατικά είναι περιορισμένα, η Ελληνική Αστυνομία θεωρεί απαραίτητη την ενημέρωση των πολιτών. Η έγκαιρη αναγνώριση της μεθόδου μπορεί να συμβάλει στην αποτροπή της εξαπάτησης, ιδιαίτερα όταν πιθανά θύματα είναι παιδιά ή ηλικιωμένοι.
Οι οδηγίες της ΕΛ.ΑΣ. προς τους πολίτες
Για την αποφυγή τέτοιων περιστατικών, οι πολίτες καλούνται:
- Να τερματίζουν αμέσως κάθε ύποπτη τηλεφωνική επικοινωνία.
- Να μην γνωστοποιούν προσωπικά ή οικονομικά δεδομένα, πληροφορίες για τα μέλη του νοικοκυριού ή για το αν απουσιάζουν από το σπίτι.
- Να μην θεωρούν ότι η γνώριμη φωνή στο τηλέφωνο αποτελεί από μόνη της απόδειξη της ταυτότητας του καλούντος.
- Να διακόπτουν την κλήση και να επικοινωνούν οι ίδιοι με το συγγενικό τους πρόσωπο, χρησιμοποιώντας έναν τηλεφωνικό αριθμό που ήδη γνωρίζουν.
- Να επιβεβαιώνουν την ταυτότητα του καλούντος, για παράδειγμα μέσω μιας ερώτησης ή πληροφορίας που γνωρίζουν μόνο τα μέλη της οικογένειας ή μέσω μιας προκαθορισμένης λέξης ή φράσης ασφαλείας.
- Να μην ανοίγουν την είσοδο και να μην επιτρέπουν σε αγνώστους να μπουν στην κατοικία αποκλειστικά και μόνο επειδή δόθηκε σχετική τηλεφωνική οδηγία, ακόμη και αν ακούγεται η φωνή συγγενικού προσώπου.
- Να μην παραδίδουν και να μην τοποθετούν χρήματα ή τιμαλφή σε σημεία που υποδεικνύονται τηλεφωνικά.
- Να επιβεβαιώνουν οποιαδήποτε προγραμματισμένη εργασία επικοινωνώντας οι ίδιοι με τον αρμόδιο Οργανισμό ή Φορέα, αποκλειστικά μέσω του επίσημου τηλεφωνικού αριθμού επικοινωνίας.
- Να ενημερώνουν άμεσα τα οικεία τους πρόσωπα εφόσον έχουν προηγουμένως δεχθεί ύποπτη τηλεφωνική κλήση.
Τι πρέπει να θυμούνται οι πολίτες
Η ΕΛ.ΑΣ. υπενθυμίζει ότι κανένας πραγματικός τεχνικός έλεγχος δεν προϋποθέτει την αποκάλυψη σημείου όπου φυλάσσονται χρήματα ή τιμαλφή, ούτε την παράδοση χρημάτων, κοσμημάτων ή άλλων πολύτιμων αντικειμένων.
Σε περίπτωση ύποπτης τηλεφωνικής επικοινωνίας ή εάν εμφανιστούν άγνωστα άτομα στην κατοικία, ακόμη και αν τελικά δεν ολοκληρωθεί η απόπειρα εξαπάτησης, οι πολίτες θα πρέπει να ενημερώνουν άμεσα την Ελληνική Αστυνομία.
Η επικοινωνία μπορεί να γίνει καλώντας στο 100, στο οικείο Αστυνομικό Τμήμα ή στο αρμόδιο Τμήμα Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων.
Εφόσον είναι δυνατό, συνιστάται επίσης να διατηρείται ο αριθμός τηλεφώνου από τον οποίο πραγματοποιήθηκε η κλήση, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που μπορεί να βοηθήσει τις Αρχές στην έρευνα.